Ντοκιμαντέρ
Το ντοκιμαντέρ του Untold UK για τον Vinnie Jones είναι ακριβώς όπως ο ίδιος: ωμό και διασκεδαστικό

- Αρχική
- Entertainment
- Ντοκιμαντέρ
- Το ντοκιμαντέρ του Untold UK για τον Vinnie Jones είναι ακριβώς όπως ο ίδιος: ωμό και διασκεδαστικό
Το νέο επεισόδιο της σειράς Untold UK (που μετά τον Jamie Vardy πιάνει στο μικροσκόπιο τον απόλυτο «κακό» του βρετανικού ποδοσφαίρου, Vinnie Jones) δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τέτοια πράγματα. Είναι μια καθαρή, γεμάτη ενέργεια αγιογραφία, ένα non-stop πάρτι αφιερωμένο σε μια από τις πιο cult φιγούρες των 90s. Ή, για να το θέσουμε στην αυθεντική γλώσσα του Vinnie: δείτε το έτσι όπως είναι, ή… «fuck off».
Ακόμα κι αν δεν έχετε δει ποτέ στη ζωή σας ολόκληρο ποδοσφαιρικό αγώνα, το πρόσωπο του Vinnie Jones αποκλείεται να σας έχει ξεφύγει. Για μια ολόκληρη δεκαετία ήταν παντού: πρώτα ως ο πιο επικίνδυνος μέσος στα αγγλικά γήπεδα, μετά ως μόνιμος θαμώνας των σκανδαλοθηρικών ταμπλόιντ για καυγάδες, και τελικά ως κινηματογραφικός αστέρας.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει εκείνο το άγριο, γεμάτο αυτοπεποίθηση βλέμμα με τις καραμπίνες στους ώμους, όταν η αφίσα του «Δύο Καπνισμένες Κάννες» του Guy Ritchie είχε καταλάβει τον πλανήτη;
Από την οικοδομή, τρόμος στα «κοστούμια» της Premier League
Το ντοκιμαντέρ, το οποίο βέβαια με τα 80 λεπτά του ίσως φανεί ελαφρώς κουραστικό σε όσους δεν είναι σκληροπυρηνικοί φανς, ξεκινάει από την εποχή που ο 61χρονος σήμερα Vinnie έπαιζε ημιεπαγγελματικό ποδόσφαιρο στη Γουίλντστοουν, δουλεύοντας παράλληλα ως εργάτης σε οικοδομή.
Όταν ο προπονητής της Γουίμπλεντον, Dave Bassett, αποφάσισε να του δώσει συμβόλαιο το 1986, οι διοικούντες της ομάδας τον πέρασαν για τρελό, αποκαλώντας τον Jones έναν «απλό κουβαλητή λάσπης».
Η απάντηση ήρθε σύντομα. Ο Vinnie έγινε το βασικό γρανάζι της θρυλικής «Crazy Gang» της Γουίμπλεντον, μιας παρέας από «αλάνια» (μαζί με τον κολλητό του, John Fashanu) που τρομοκράτησε την πρώτη κατηγορία και έφτασε μέχρι την κορυφή.
Η στιγμή που ο Vinnie θυμάται να σκοράρει το νικητήριο γκολ απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Άλεξ Φέργκιουσον και να κολλάει το πρόσωπό του στους επίσημους της ομάδας του λέγοντας «δεν είμαι κακός για κουβαλητής λάσπης, ε;», είναι απλώς ανεκτίμητη.
Το ρεκόρ των κόκκινων καρτών και η έλλειψη… τύψεων
Εδώ βέβαια, ο πιο απαιτητικός θεατής ίσως αρχίσει να ζητάει μερικές πιο δύσκολες ερωτήσεις. Ένιωθε ο Vinnie την πίεση να γίνεται όλο και πιο βίαιος στο χορτάρι για να συντηρεί τον μύθο του; Σαμποτάρισε το ποδοσφαιρικό του ταλέντο;
Μετάνιωσε ποτέ για τα δολοφονικά του τάκλιν; Το Untold UK δεν μπαίνει στον κόπο να ρωτήσει. Αντίθετα, πανηγυρίζει το γεγονός ότι ο Vinnie Jones κρατάει μέχρι σήμερα το απόλυτο ρεκόρ για τις περισσότερες κόκκινες κάρτες στην ιστορία της μεγάλης κατηγορίας.
Το ντοκιμαντέρ καταγράφει με σχεδόν τρυφερό τρόπο όλη την «παραβατική» του καριέρα: τους καυγάδες στα μπαρ, τα δαγκώματα σε μύτες αντιπάλων και το αστείρευτο πάθος του για το χρήμα, χωρίς κανείς να χαλάει τη διάθεση αναρωτώμενος από πού πηγάζει όλη αυτή η επιθετικότητα. Ακολουθεί ένα γρήγορο πέρασμα από το Χόλιγουντ, τις ταινίες δράσης, και κάπου εκεί οι τίτλοι τέλους πέφτουν.
Ο αντισυμβατικός Vinnie Jones
Αν έπρεπε να περιγράψει κανείς την πορεία του Vinnie Jones με μία μόνο λέξη, αυτή θα ήταν «αντισυμβατική». Ξεκινώντας από τα σκληρά γήπεδα του αγγλικού ποδοσφαίρου, κατάφερε να γράψει ιστορία ως ο απόλυτος αμυντικός μέσος-φόβητρο, με το όνομά του να συνδέεται άρρηκτα με τη χρυσή εποχή της Wimbledon και της θρυλικής «Crazy Gang», με την οποία μάλιστα κατέκτησε το Κύπελλο Αγγλίας (FA Cup) το 1988, κερδίζοντας στον τελικό το μεγαθήριο που ακούει στο όνομα Λίβερπουλ.
Παράλληλα, φόρεσε τη φανέλα μεγάλων συλλόγων όπως η Leeds United, η Sheffield United και η Chelsea, ενώ διετέλεσε και αρχηγός της Εθνικής ομάδας της Ουαλίας. Παρέμεινε στην ιστορία ως ένας από τους πιο «σκληρούς» παίκτες που πάτησαν ποτέ το χορτάρι, κρατώντας μέχρι σήμερα μερικά από τα πιο ακραία ρεκόρ καρτών.

Όταν το κεφάλαιο «ποδόσφαιρο» έκλεισε, ο Jones έκανε μια στροφή 180 μοιρών που ελάχιστοι περίμεναν, μετατρέποντας το άγριο, απειλητικό του παρουσιαστικό στο απόλυτο εισιτήριο για το Χόλιγουντ. Ο Guy Ritchie διέκρινε αμέσως το ωμό του χάρισμα και του έδωσε τον εμβληματικό ρόλο του “Big Chris” στο «Δύο Καπνισμένες Κάννες» (Lock, Stock and Two Smoking Barrels, 1998) και αργότερα στο «Η Αρπαχτή» (Snatch, 2000).
Από τότε, η καριέρα του απογειώθηκε με δεκάδες συμμετοχές σε blockbusters και ταινίες δράσης, όπως τα «Gone in 60 Seconds», «Mean Machine» και «X-Men: The Last Stand» (ως Juggernaut), αποδεικνύοντας ότι η απόσταση από το low-profile αγγλικό γήπεδο μέχρι το κόκκινο χαλί του Λος Άντζελες είναι μερικές φορές θέμα… καθαρού τσαμπουκά.











